Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

Υπατία: Μία Ελληνίδα φιλόσοφος και μαθηματικός δολοφονείται από τους φανατικούς χριστιανούς (415 μ.Χ.)



Από τον ΣΤΕΦΑΝΟ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟ

Ιστορικό γεγονός-σταθμός στους διωγμούς που εξαπέλυσε ο ρωμαιοχριστιανισμός κατά των Ελλήνων, είναι και η δολοφονία της Ελληνίδας μαθηματικού και φιλοσόφου Υπατίας από τους μοναχούς και παραβολάνους[1] του πατριάρχη Κύριλλου της Αλεξάνδρειας το 415 μ.Χ. Ο Μαλάλας σημειώνει, ότι η δολοφονία της Υπατίας έγινε μετά από παρότρυνση του Κυρίλλου: «κατ’ εκείνον δε τον καιρόν παρρησίαν[2] λαβόντες υπό του επισκόπου (Κυρίλλου) οι Αλεξανδρείς έκαυσαν φρυγάνοις αυθεντήσαντες[3] Υπατίαν την περιβόητον φιλόσοφον»[4].
Αν και ως πράξη έγινε για να εκτονωθεί η δεισιδαιμονία του χριστιανικού όχλου της πόλης, σε συνδυασμό με τον προσωπικό φθόνο του Πατριάρχη στο πρόσωπο της Ελληνίδας επιστήμονα, καθώς και για να πάψει η Υπατία να στέκεται εμπόδιο στα παιχνίδια εξουσίας της τότε Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο φόνος «νομιμοποιήθηκε» διότι τόσο τα μαθηματικά (που δίδασκε η Υπατία) όσο και η αστρονομία είχαν απαγορευτεί δια νόμου ως μαγικές πρακτικές! Ο όρος «Ars Mathematika[5]» σήμαινε ότι η ενασχόληση με τα μαθηματικά, ή την αστρονομία επίσυρε τη θανατική ποινή και η Αλεξανδρινή φιλόσοφος δολοφονήθηκε ως μάγισσα!
Η Υπατία η Αλεξανδρινή γεννήθηκε περίπου στο 360 μ.Χ. Ο πατέρας της, ο Θέων ήταν φιλόσοφος μαθηματικός και αστρονόμος. Χάρη στον Σουίδα ξέρουμε ότι ο Θέων ήταν μέλος του αλεξανδρινού Μουσείου:
«Θέων, ο εκ του Μουσείου, Αιγύπτιος, φιλόσοφος, σύγχρονος δε Πάππω τω φιλοσόφω, και αυτώ Αλεξανδρεί. Ετύγχανον δε αμφότεροι επί Θεοδοσίου βασιλέως του πρεσβυτέρου. Έγραψε μαθηματικά, αριθμητικά, Περί σημείων και σκοπής ορνέων και της κοράκων φωνής, Περί της του κυνός επιτολής, Περί της του Νείλου Αναβάσεως, Εις τον Πτολεμαίου πρόχειρον κανόνα, και Εις τον μικρόν αστρολάβον υπόμνημα»[6].
Και πολλές σελίδες παρακάτω αναφέρει:
«Υπατία. η Θέωνος του γεωμέτρου θυγάτηρ του Αλεξανδρέως φιλοσόφου»[7].
Ο Θεών λοιπόν εκτός από τις βασικές επιστήμες του, μαθηματικά, γεωμετρία, αριθμητική, κατείχε επίσης γνώσεις μαντικής και αστρονομίας. Η Υπατία είχε εργαστεί στην επιστημονική έρευνα στο πλευρό του πατέρα της. Και οι πηγές τη θεωρούν ως μία «μαθηματικό που ξεπέρασε τις ικανότητες του πατέρα της»[8]. Ο Σουίδας αναφέρει για την Υπατία, ότι «την δε φύσιν γενναιοτέρα του πατρός ούσα ουκ αρκέσθη τοις δια των μαθημάτων παιδεύμασιν υπό τω πατρί, αλλά και φιλοσοφίας ήψατο της άλλης ουκ αγενώς, περιβαλλομένη δε τρίβωνα η γυνή και δια μέσου του άστεος ποιουμένη τας προόδους εξηγείτο δημοσία»[9]. Με τη σειρά του ο Δαμάσκιος, συνοψίζοντας τις γνώμες των προκατόχων του, παρατηρεί ότι «ήταν εκ φύσεως περισσότερο προικισμένη και ικανή από τον πατέρα της».
Ωστόσο, η Υπατία δεν περιορίστηκε μόνο στην επιστημονική έρευνα των μαθηματικών, αλλά στράφηκε εν γένει στη φιλοσοφία, φυσική και ηθική. Ο πατέρας της, αντιθέτως, είχε άλλες προτεραιότητες: «Ο Θέων δεν αγαπούσε τη θεωρητική φιλοσοφία, είχε όμως αρκετά εξωεπιστημονικά ενδιαφέροντα. Όπως η Υπατία, λάτρευε τον "ελληνισμό", αν και η αγάπη του για τα ελληνικά θέματα ήταν, πάνω από όλα, κυρίως θρησκευτική. Προικισμένος με λογοτεχνικές ικανότητες, εξέφραζε την αφοσίωσή του με ποιητική μορφή. Ο Μαλάλας παρατηρεί: "Ο πολυμαθέστερος λόγιος και φιλόσοφος δίδαξε και ερμήνευσε αστρονομικές μελέτες και έγραψε σχόλια για τα βιβλία του Τρισμέγιστου Ερμή και του Ορφέα"»[10].
Η Υπατία συνέχισε μετά το θάνατο του πατέρα της τον δικό της φιλοσοφικό και επιστημονικό δρόμο. Στις αρχές της δεκαετίας του 390 είχε ήδη σχηματιστεί ένας σταθερός κύκλος γύρω της, όχι μόνο από Έλληνες αλλά και χριστιανούς μαθητές. Ένας μάλιστα από τους πιο στενούς της μαθητές και εταίρους ήταν ο Συνέσιος ο Κυρηναίος (ελληνικής καταγωγής χριστιανός από τη Λιβύη), ο οποίος ακόμα και όταν χρίστηκε μητροπολίτης Πενταπόλεως, διατήρησε αμείωτο τον θαυμασμό και τον βαθύτατο σεβασμό του προς τη φιλόσοφο, στέλνοντάς της τα έργα του και περιμένοντας με ανυπομονησία τις απαντητικές επιστολές της. Αλλά και οι υπόλοιποι μαθητές της «ήταν άτομα που αργότερα κατέλαβαν αυτοκρατορικά ή εκκλησιαστικά αξιώματα. Ακόμα μεγαλύτερη σπουδαιότητα έχει η μαρτυρία ότι άνθρωποι με αυτοκρατορικό κύρος, που έφταναν στην Αλεξάνδρεια, δημιουργούσαν στενές σχέσεις μαζί της και πιθανότατα παρακολουθούσαν τις διαλέξεις της»[11]. Ήταν δε τόσο μεγάλο το κύρος της στην αλεξανδρινή κοινωνία, που και οι τοπικοί άρχοντες της πόλης όταν είχαν να αντιμετωπίσουν ένα σημαντικό πρόβλημα έσπευδαν κοντά της αποζητώντας μία συμβουλή, ή ακόμα και τη λύση του ζητήματος. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ορέστης, αυτοκρατορικός έπαρχος της Αλεξάνδρειας, πολιτικός κυβερνήτης της Αιγύπτου τα χρόνια 412(;)-415 και βασικός ήρωας στα γεγονότα που συνδέθηκαν με τη δολοφονία της. «Ο καλύτερος πληροφοριοδότης μας, ο Σωκράτης ο Σχολαστικός, μας λέει ξεκάθαρα ότι ο Ορέστης γνώριζε καλά την Υπατία, τη συναντούσε συχνά και τη συμβουλευόταν σε δημοτικά και πολιτικά θέματα. Μας δίνει επίσης την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι ο Ορέστης ήταν χριστιανός και είχε βαπτιστεί στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη Αττικό πριν διοριστεί κυβερνήτης της Αιγύπτου. Η αποκάλυψη αυτή επιβεβαιώνεται από τον Ιωάννη του Νικίου, γνωστό για την εχθρότητά του προς την Υπατία. Αφού αντιλήφθηκε ότι ο Ορέστης, κάτω από την επίδραση των μαγικών τεχνασμάτων της Υπατίας, "έπαψε να πηγαίνει στην εκκλησία όπως συνήθιζε"…»[12].
Η Υπατία δίδασκε αρχές οντολογίας και ηθικής, μαθηματικά, θεία γεωμετρία, και αστρονομία. Σύμφωνα με τη διδασκαλία της, «η αστρονομία είναι μία θεία μορφή γνώσης» και έλεγε ότι, «τη θεωρώ (την αστρονομία) επιστήμη που ανοίγει τον δρόμο προς την ασύλληπτη θεολογία». Και συμπλήρωνε: «Προχωρεί (η αστρονομία) στις αποδείξεις της με σαφήνεια και καθαρότητα, χρησιμοποιώντας για βοηθούς της την αριθμητική και τη γεωμετρία, αρχές τις οποίες μπορούμε να ονομάσουμε σταθερό μέτρο της αλήθειας»[13]. Η Υπατία, κατά τον ιστορικό της Εκκλησίας Σωκράτη, είχε φτάσει σε τέτοια ύψη ευρυμάθειας ώστε ξεπέρασε όλους τους φιλοσόφους της εποχής της, ανέλαβε την πλατωνική σχολή που είχε ιδρύσει ο Πλωτίνος και έδινε τις φιλοσοφικές της διαλέξεις σε όλους εκείνους που ήθελαν να την ακούσουν. Στις διαλέξεις της δίδασκε εκτός από Πλάτωνα, Αριστοτέλη και όποιον άλλο φιλόσοφο επιθυμούσε το ακροατήριό της. Αλλά και οι μαθητές της, ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στο πρόσωπό της. Είχαν την πεποίθηση πως αποτελούσαν έναν εκλεκτό κύκλο αριστοκρατών της Γνώσης:
«Η υπερήφανη Ελληνίδα αριστοκράτισσα (όπως σωστά την χαρακτηρίζει ο Κίνσλι), αν και είχε περιβληθεί τον ταπεινό μανδύα των φιλοσόφων, συγκέντρωνε γύρω της μία ομάδα νεαρών μυστών που ζούσαν σύμφωνα με την ηθική τάξη η οποία περιγράφεται από τη φιλοσοφία, πεπεισμένοι ότι ήταν φτιαγμένοι με καλύτερο υλικό από τους άλλους ανθρώπους. Σε αυτή τη μικρή ομάδα, που έμοιαζε βγαλμένη κατευθείαν από την ιδανική πλατωνική Πολιτεία, η λατρεία της αριστοκρατίας ήταν έντονη. Ο Συνέσιος συχνά τόνιζε τη σπαρτιατική καταγωγή του, όπως ασφαλώς έκαναν και οι συνάδελφοί του»[14].
Ο Συνέσιος, στο έργο «Δίων ή Περί της καθ’ ευατόν διαγωγής» (404 μ.Χ.), εκφράζοντας τις αντιλήψεις του κύκλου της Υπατίας, επιτίθεται στους φιλοσόφους που φορούν λευκούς χιτώνες αλλά δεν ασχολούνταν σοβαρά με τη φιλοσοφία. Τους αποκαλεί επαγγελματίες προσήλυτους της φιλοσοφίας, συνηθισμένους σοφιστές που διαδίδουν τη φιλοσοφία στις μάζες που αδυνατούν να την κατανοήσουν. Παράλληλα τα βάζει και με τους μελανοχιτώνες, τους ανθρώπους με τους μαύρους χιτώνες, τους μοναχούς δηλαδή («Επιστολή 154» και «Δίων» 4-11), που τους θεωρεί βαρβάρους, φανατικούς αμαθείς που χρειάζονται καλλιέργεια και μισούν τον Ελληνισμό.
Ωστόσο, επειδή η Υπατία δημόσια κρατούσε αποστάσεις στις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και χριστιανών απολάμβανε ένα είδος ασυλίας στην Αλεξάνδρεια. Η ίδια εξάλλου δεν ένιωθε καμία έλξη για τις λαϊκές αντιλήψεις ή πεποιθήσεις περί του Θείου, εφόσον γι’ αυτήν το Θείον ήταν μάλλον αντικείμενο επιστημονικής και Ορθής Λογικής έρευνας παρά απλοϊκών και συχνά δεισιδαιμονικών δοξασιών. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πήγε ακόμα παραπέρα τη θέση του φιλόσοφου και αρχιερέα του Απόλλωνα στους Δελφούς, Πλούταρχου, ο οποίος υποστήριζε ότι: «…πρέπει για τα θέματα τούτα (τα περί Θείου δηλαδή) κυρίως να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον (ορθό) λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε με ευλάβεια καθετί απ’ όσα λέγονται ή γίνονται στις τελετές, για να μη κάνουμε κι εμείς λάθος, αντιλαμβανόμενοι όσα όρισαν οι νόμοι για τις θυσίες και τις γιορτές αλλιώς»[15]. Έχοντας, λοιπόν, αυτή τη φιλοσοφική θεώρηση περί του Θείου αλλά και διατηρώντας στάση αποχής από τις ταραχές και τις δημόσιες συγκρούσεις, είχε καταφέρει όσο ζούσε ο πατριάρχης Θεόφιλος να μη δώσει αφορμές εναντίον της στους χριστιανούς. Όμως στις 15 Οκτωβρίου του 412, ο Θεόφιλος πέθανε και στον πατριαρχικό θρόνο τον διαδέχτηκε ο ανιψιός του Κύριλλος. Ένας άνθρωπος που κατά τον W. H. C. Frend, «ήταν αδίστακτος, αυταρχικός, βίαιος και άπληστος για δύναμη, έτοιμος να χρησιμοποιήσει το πλήθος και τους μοναχούς για να εκτελέσουν τις εντολές του απέναντι στους αντιπάλους του, όπως ήταν οι Αλεξανδρινοί Εβραίοι και οι ειδωλολάτρες»[16]. Η ενθρόνισή του έγινε στις 17 Οκτωβρίου 412 και αμέσως άρχισε αγώνα για την καθαρότητα της Πίστης. Πρώτα θύματά του οι αιρετικοί χριστιανοί και συγκεκριμένα οι λεγόμενοι Νοβατιανοί. Τους έδιωξε από την πόλη, δήμευσε τα λειτουργικά τους σκεύη και αντικείμενα, έκλεισε τις εκκλησίες τους και αφαίρεσε όλα τα δικαιώματα από τον επίσκοπό τους[17].
Ύστερα στράφηκε κατά των Εβραίων της πόλης, οι οποίοι, σύμφωνα προς τον Σωκράτη[18], έδωσαν μόνοι τους την αφορμή που τόσο περίμενε ο Κύριλλος. Ποια ήταν αυτή; Αντί να τηρούν την αργία του Σαββάτου και να μελετούν το Νόμο, πήγαιναν στα θέατρα και τσακώνονταν με τους χριστιανούς (θέαμα αντίστοιχο με τα επεισόδια που βλέπουμε σήμερα στα γήπεδα μεταξύ των οπαδών διαφορετικών ομάδων). Ένα Σάββατο, και ενώ ο έπαρχος Ορέστης εντός του θεάτρου ετοιμαζόταν να αναγγείλει παραστάσεις παντομίμας, άρχισαν για μία ακόμη φορά μεταξύ των θεατών, χριστιανών και Εβραίων, φασαρίες. Κατά τη διάρκεια δε της ομιλίας του Ορέστη, οι Εβραίοι φώναξαν ότι μεταξύ του κοινού υπήρχαν άνθρωποι του Κυρίλλου που σκόπευαν να δημιουργήσουν ταραχές. Ο έπαρχος, που μόλις είχε πετύχει να φέρει ηρεμία και τάξη στην πόλη, ανησύχησε μήπως οι διαμαρτυρίες των Εβραίων πάρουν διαστάσεις, γι’ αυτό και δέχτηκε να τους ακούσει. Εκείνοι τότε, με δυνατές φωνές, απαίτησαν την απόλυση του Ιέρακα, ενός Αλεξανδρινού δασκάλου και έμπιστου καταδότη του Κύριλλου. Τον κατηγορούσαν ως συκοφάντη και ως κύριο υποκινητή των ταραχών. Ο Ορέστης που ήταν δυσαρεστημένος έτσι κι’ αλλιώς με την ανάμιξη της Εκκλησίας στην πολιτική ζωή της πόλης και το σφετερισμό πολλών προνομίων και αρμοδιοτήτων της πολιτικής εξουσίας, διέταξε τη σύλληψη και τον παραδειγματικό βασανισμό του Ιέρακα. Ο Κύριλλος, όπως ήταν αναμενόμενο, ένιωσε οργή κατά του έπαρχου. Επειδή όμως δεν μπορούσε να στραφεί φανερά εναντίον του, κάλεσε τους επικεφαλής της εβραϊκής κοινότητας και τους απείλησε με σοβαρά αντίποινα αν συνέχιζαν να προκαλούν τους χριστιανούς. Η κίνησή του αυτή πόλωσε ακόμα περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα με αποτέλεσμα οι πολυπληθείς Εβραίοι της Αλεξάνδρειας να αρχίσουν να επιτίθενται κατά των χριστιανών.
Μία νύχτα, διαδόθηκε η φήμη πως η εκκλησία του Αγίου Αλεξάνδρου είχε πιάσει φωτιά. Όταν οι χριστιανοί έτρεξαν να σώσουν τον ναό, οι Εβραίοι που τους παραφύλαγαν επιτέθηκαν εναντίον τους και σκότωσαν πολλούς. Ο Κύριλλος για αντίποινα, μάζεψε τους δικούς του, και επικεφαλής μεγάλου πλήθους, περικύκλωσε τη συναγωγή, διέταξε την αρπαγή των εβραϊκών περιουσιών και τους καταδίωξε έξω από την Αλεξάνδρεια. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται, ότι τότε διώχτηκαν όλοι οι Εβραίοι της πόλης, ακόμα και όσες οικογένειες κατοικούσαν σε αυτή από τα χρόνια του Μεγάλου Αλέξανδρου. Ενώ όμως ο Κύριλλος είχε πετύχει το σκοπό του, ο Ορέστης είχε διαφορετική γνώμη, εφόσον ο διωγμός των Εβραίων προκάλεσε μεγάλη ύφεση στην οικονομία της πόλης. Επίσης στον Ορέστη δεν άρεσε καθόλου που ο Κύριλλος συμπεριφερόταν σφετεριστικά ως κυβερνήτης της πόλης. Αμφότεροι δε, έστειλαν επιστολές διαμαρτυρίας στον αυτοκράτορα αλληλοκατηγορούμενοι. Οι προσπάθειες που έγιναν για να εκτονωθεί η κρίση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας δεν έφεραν αποτέλεσμα. Έτσι, νιώθοντας αποδυναμωμένος ο Κύριλλος, κάλεσε σε βοήθειά του τις «ειδικές δυνάμεις» της εποχής, δηλαδή τους καλόγερους. Πεντακόσιοι μοναχοί της Νιτρίας, άφησαν τα ερημητήριά τους και μπήκαν δυναμικά στην Αλεξάνδρεια (αντίστοιχες μεθόδους είδαμε και στις μέρες μας με τις λαοσυνάξεις της Εκκλησίας). Ήταν οι ίδιοι ζηλωτές που είχε χρησιμοποιήσει και ο Θεόφιλος στις οδομαχίες κατά των Ελλήνων στο παρελθόν (άλωση του Σεραπείου). Μία μέρα οι ερημίτες μοναχοί σταμάτησαν τον έφιππο Ορέστη στο δρόμο και εμποδίζοντάς τον να συνεχίσει, τον κατηγόρησαν ως Έλληνα. Οι διαμαρτυρίες του έπαρχου ότι ήταν βαφτισμένος χριστιανός δεν έδειξαν να τους πείθουν. Ένας δε από τους μοναχούς, ο Αμμώνιος, τον χτύπησε με μία πέτρα στο κεφάλι. Αιμόφυρτος ο Ορέστης σώθηκε την τελευταία στιγμή από τους πολίτες της Αλεξάνδρειας που παρακολουθούσαν τα γεγονότα, ενώ οι σωματοφύλακές του τρομοκρατημένοι από το πλήθος των καλόγερων τον είχαν εγκαταλείψει αβοήθητο. Ο Αμμώνιος συνελήφθη τελικά και οδηγήθηκε μπροστά στον Ορέστη. Εκείνος τον καταδίκασε σε βασανιστήρια που είχαν σαν αποτέλεσμα τον θάνατό του. Ο Κύριλλος τότε έριξε και άλλο λάδι στη φωτιά ανακηρύσσοντας τον Αμμώνιο σε μάρτυρα της Πίστης. Τελικά, μετριοπαθείς κύκλοι χριστιανών της πόλης έπεισαν τον Κύριλλο να μη δώσει συνέχεια, ενώ προσπάθησαν να φέρουν κοντά, για μία ακόμη φορά, τους δύο άντρες.
Ο έπαρχος Ορέστης όμως δεν έδειχνε καθόλου διατεθειμένος να τα βρει με τον πατριάρχη Κύριλλο. Έτσι, διάφοροι χριστιανικοί κύκλοι άρχισαν να διαδίδουν πως αιτία της έχθρας μεταξύ των δύο ήταν η Υπατία. Οι φήμες αυτές ξεκινούσαν μέσα από το ίδιο το Πατριαρχείο, εφόσον οι υψηλές γνωριμίες και επιρροές της Υπατίας οπωσδήποτε δυνάμωναν τον Ορέστη και στερούσαν τον Κύριλλο από τις θεοκρατικές βλέψεις του. Επίσης, όπως αναφέρει ο Σουίδας, ο Κύριλλος φθονούσε θανάσιμα την Υπατία επειδή η φιλόσοφος απολάμβανε το σεβασμό της Αλεξανδρινής ελίτ, χαρά που δεν είχε εκείνος: «Ο Δαμάσκιος, που ήξερε πολύ περισσότερα για τη σημαντική θέση της Υπατίας στην Αλεξάνδρεια απ’ ό,τι εμείς, δεν δίστασε να ασχοληθεί με αυτό το θέμα: αναφέρει περιληπτικά αλλά κατηγορηματικά ότι ολόκληρη η πόλη την αγαπούσε και την εκτιμούσε. Είχε επίσης δεχτεί σωρεία δημοτικών διακρίσεων. Ο Κύριλλος δεν μπορούσε ούτε να ονειρευτεί τέτοια αφοσίωση. ήταν ανεπιθύμητος και αντιπαθής από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την επισκοπή. Είχε αντιληφθεί τις αδυναμίες του και φοβόταν ότι θα έχανε τη μάχη με τον Ορέστη. Ήξερε όμως επίσης ότι είχε την υποστήριξη του κλήρου, των μοναχών, ορισμένων μελών της πνευματικής ελίτ (όπως ο Ιέραξ) και ίσως του δημοτικού συμβουλίου. Τέλος, μπορούσε να βασίζεται στο πολλών πλήθος που τον είχε βοηθήσει στην καταστροφή των εβραϊκών κατοικιών»[19].
Άρχισε λοιπόν από την πλευρά του Κύριλλου ο πόλεμος της συκοφαντίας και της λάσπης. Ο Ιωάννης Νικίου[20] αναφέρει ότι την παρουσίαζαν σαν μάγισσα και την κατηγορούσαν για άσκηση μαύρης μαγείας. Εκείνη την εποχή δε, η ενασχόληση με τα μαθηματικά και την αστρονομία ταυτιζόταν από τους χριστιανούς με τη μαγεία. Και όπως σημειώνει ο Σουίδας στο λήμμα Υπατία, «τούτε δε πέπονθε δια φθόνον και την υπερβάλλουσαν σοφίαν, και μάλιστα εις τα περί αστρονομίαν». Έτσι, οι απλοϊκοί άνθρωποι της Αλεξάνδρειας, άρχισαν να μαθαίνουν τρομερές φήμες, ότι δηλαδή η πασίγνωστη φιλόσοφος ήταν στην πραγματικότητα μια αποτρόπαια αγγελιοφόρος της κόλασης, «αφοσιωμένη πάντα στη μαγεία, στους αστρολάβους και στα όργανα της μουσικής». Από τη λάσπη δεν ξέφυγε ούτε η μνήμη του πατέρα της, του οποίου τα αστρονομικά συγγράμματα και οι κατασκευές οργάνων αστρονομίας παρουσιάζονταν ως αποδείξεις μελέτης και άσκησης μαγείας, και έτσι προσπαθούσαν να πείσουν τους αφελείς πιστούς, ότι η μαύρη μαγεία ήταν περίπου οικογενειακή τους υπόθεση!
Μέσα σε όλα αυτά, όπως αναφέρει ο Ιωάννης Νικίου, άρχισαν να λένε πως είχε μαγέψει τον έπαρχο Ορέστη: «μάγεψε πολλούς με τα διαβολικά της τεχνάσματα. (…) Το πρώτο της θύμα ήταν ο κυβερνήτης της πόλης, ο Ορέστης». Ακόμα και ως υποστηρίκτρια των Εβραίων, την εμφάνιζαν. Μετά από όλα αυτά, αναμενόμενο ήταν να δημιουργηθεί και η ομάδα των εκτελεστών, υπό τις ευλογίες φυσικά του ηθικού αυτουργού πατριάρχη Κυρίλλου. Ο Σωκράτης λέει ότι είχαν «άγριες διαθέσεις», ο Ιωάννης Νικίου τους αποκαλεί «πλήθος πιστών στο Θεό» και ο Δαμάσκιος τους ονομάζει θηρία μάλλον, παρά ανθρώπινα πλάσματα[21]. Επικεφαλής της συμμορίας των δολοφόνων ήταν ο Πέτρος ο λεγόμενος αναγνώστης, ένας κατηχητής δηλαδή.
Οδηγούμενος από τον Πέτρο, ο όχλος των καλόγερων και των παραβολάνων, διέπραξε τη δολοφονία μια μέρα του Μαΐου του 415, δέκατο χρόνο της υπατείας του Ονωρίου και έκτο του Θεοδοσίου Β΄, στη διάρκεια της Σαρακοστής. Της επιτέθηκαν την ώρα που γύριζε στο σπίτι της, στο δρόμο. Την έβγαλαν βίαια από την άμαξά της και την έσυραν στην εκκλησία Καισάρειον. Εκεί, έσκισαν τα ρούχα της και άρχισαν να την τεμαχίζουν ζωντανή με θραύσματα αγγείων (όστρακα). Ύστερα έσυραν τα μέλη της έξω από την πόλη, σε ένα μέρος που ονομαζόταν Κίναρον, και τα έκαψαν!
Ο Ιωάννης Νικίου, δεν βλέπει τίποτα το μεμπτό στη δολοφονία της. Ο φόνος μίας μάγισσας δεν ήταν τίποτα περισσότερο, για τον εν λόγω επίσκοπο, από την πραγμάτωση της κοινής θέλησης των χριστιανών και του ίδιου του Θεού. Αναφέρει:
«Ορισμένοι χριστιανοί, οδηγούμενοι από τον Πέτρο, έναν άνθρωπο απόλυτα πιστό στον Ιησού Χριστό, βγήκαν από την πόλη σε αναζήτηση της Ελληνίδας. Την βρήκαν καθισμένη σε μία (επιβλητική) καρέκλα να δίνει, κατά τα φαινόμενα, κάποια διάλεξη. Από εκεί την έσυραν στην εκκλησία όπου έσκισαν τα φορέματά της και την κακοποίησαν. Ύστερα την έσυραν μέσα στους δρόμους της πόλης μέχρι να πεθάνει. Τελικά μετέφεραν το σώμα της σε μία τοποθεσία που λεγόταν Κίναρον, όπου το έκαψαν»[22].
Ο Μαλάλας επίσης γράφει: «κατ’ εκείνον δε τον καιρόν παρρησίαν[23] λαβόντες υπό του επισκόπου (Κυρίλλου) οι Αλεξανδρείς έκαυσαν φρυγάνοις αυθεντήσαντες[24] Υπατίαν την περιβόητον φιλόσοφον»[25].
Ο Σουίδας (λήμμα Υπατία) αναφέρεται στον βίαιο διαμελισμό του κορμιού της και στη δημόσια διαπόμπευση του πτώματός της: «αυτή διεσπάσθη παρά των Αλεξανδρέων, και το σώμα αυτής ενυβρισθέν καθ’ όλην την πόλιν διεσπάρη».
Οι δολοφόνοι της, φυσικά, έμειναν ατιμώρητοι, όπως βεβαιώνει ο Δαμάσκιος και προκάλεσαν μεγάλο όνειδος στην πόλη. Ωστόσο, η Υπατία, «το άχραντο άστρον της σοφής παιδεύσεως» όπως την υμνεί ο Παλλαδάς, δεν είναι το μόνο επώνυμο θύμα που θρήνησε η επιστήμη στον αγώνα της να αναχαιτίσει το χριστιανικό μεσαίωνα.

[1] Παραβολάνοι: Σώμα χειροδύναμων αντρών οι οποίοι ασκούσαν καθήκοντα σωματοφυλακής του πατριάρχη Αλεξάνδρειας.
[2] Θάρρος, παρότρυνση, φανερή κάλυψη.
[3] Βασανίζοντας, φονεύοντας, δολοφονώντας.
[4] Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδόσεις «Ηλιοδρόμιο», σελίδα 285, Αθήνα 2001.
[5] Θεοδοσιανός Κώδιξ, 9, 16.1-9 και 10.
[6] Σουίδας, «Λεξικό», λήμμα Θέων, σελίδα 540, εκδόσεις «Θύραθεν», Θεσσαλονίκη 2002.
[7] Σουίδας, «Λεξικό», λήμμα Υπατία, σελίδα 1141, εκδόσεις «Θύραθεν», Θεσσαλονίκη 2002.
[8] Maria Dzielska, «Υπατία η Αλεξανδρινή», σελίδα 135, εκδόσεις «Ενάλιος», Αθήνα 1997.
[9] Σουίδας, «Λεξικό», λήμμα Υπατία, σελίδα 1141, εκδόσεις «Θύραθεν», Θεσσαλονίκη 2002.
[10] Maria Dzielska, «Υπατία η Αλεξανδρινή», σελίδα 141, εκδόσεις «Ενάλιος», Αθήνα 1997.
[11] Maria Dzielska, «Υπατία η Αλεξανδρινή», σελίδα 78, εκδόσεις «Ενάλιος», Αθήνα 1997.
[12] Maria Dzielska, «Υπατία η Αλεξανδρινή», σελίδες 79-80, εκδόσεις «Ενάλιος», Αθήνα 1997.
[13] Αποσπάσματα από το έργο του Συνέσιου, «Προς Παιόνιον υπέρ του δώρου αστρολαβίου».
[14] Maria Dzielska, «Υπατία η Αλεξανδρινή», σελίδα 117, εκδόσεις «Ενάλιος», Αθήνα 1997.
[15] Πλούταρχος, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378A-B.
[16] W. H. C. Frend, «The Rise of Monophysite Movement Chapters in the History of the Church in the Fifth and Sixth Centuries», Cambridge, 1972.
[17] J. Rougé, «La politique de Cyrille d’ Alexandrie et le meurtre d’ Hypatie», Cristianesiono nella storia 11, (1990) σελίδες 487-488.
[18] Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», VII.7.
[19] Maria Dzielska, «Υπατία η Αλεξανδρινή», σελίδες 169-170, εκδόσεις «Ενάλιος», Αθήνα 1997.
[20] Βλ. «Το Χρονικόν του Ιωάννου, Επισκόπου Νικίου».
[21] Βλ. Δαμασκίου αποσπάσματα 102 και «Epitome Fhotiana», στο «Damascii Vitae Isidori Reliquie», έκδοση C. Zintzen (Hildesheim, 1967).
[22] Πηγή: Maria Dzielska, «Υπατία η Αλεξανδρινή», σελίδα 175, εκδόσεις «Ενάλιος», Αθήνα 1997.
[23] Θάρρος, παρότρυνση, φανερή κάλυψη.
[24] Βασανίζοντας, φονεύοντας, δολοφονώντας.
[25] Ιωάννης Μαλάλας, «Χρονογραφία», εκδόσεις «Ηλιοδρόμιο», σελίδα 285, Αθήνα 2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου